το φως έπιανε όλη της τη σκέψη και την έκανε δεσμίδες, όχι τακτοποιημένες αλλά ακατάστατες. κάτι ψιθύριζαν οι ακτίνες μα ήξερε πως βιαζόταν να τρέξει κοντά του.
κάθε τόσο έφερνε το χέρι της και έσμπρωχνε τα μαλλιά της προς τα πίσω. έπρεπε να τα δέσει. εμοιαζαν σαν ένα σωρό χορεύτριες με διαφορετικό ρυθμό που την καθυστερούσαν.
την ενοχλούσε ακόμη και ο αέρας που της πήγαινε κόντρα.
γιατί; ακόμη και το δευτερόλεπτο της φαινόταν σαν βαρύς χειμώνας.
κοίταξε βιαστικά το φόρεμα της. ήθελε να είναι μακρύ, ήθελε να κάλυπτε όλα τα γυμνά σημεία να τύλιγε με ύφασμα μέχρι πάνω τον λαιμό της. γιατί διάλεξε αυτό, ενώ ήξερε πως δεν του αρέσει;
και οι περαστικοί την ενοχλούσαν. ήθελε να είναι δέντρα. και οι πολυκατοικίες λόφοι. απο σκούρο πράσινο. έτρεξε για να τους προσπεράσει. τους προσπέρασε. γιατί την εμπόδιζαν.
μπροστά της ο δρόμος στραφτάλιζε σαν μικρές ατσάλινες ασπίδες που έκαναν τα βήματα της να ματώνουν.
όμως ήταν λίγα μέτρα μόνο μακριά του. γέμισε αέρα ανάμεσα στα ρούχα της η σκέψη πως θα τον αντίκρυζε. μα το κεφάλι της έγερνε προς τα πίσω. όχι προς τα μπροστα.
με μια γρήγορη κίνηση δίπλωσε τις βλεφαρίδες της για να κάνει τα μάτια της πιο όμορφα. δάγκωσε τα χείλη της για μια ακόμη φορά να γίνουν πιο κόκκινα. σταμάτησε πίσω απο τη κλειστή πόρτα.
κι ύστερα θυμήθηκε.
κι έφυγε.